Στις κρίσιμες ενδιάμεσες εκλογές των ΗΠΑ, το ιστορικό ρεκόρ της πρόωρης ψήφου δεν ήταν το μόνο που καταγράφηκε.
Ένα δεύτερο είχε ήδη σπάσει πριν ανοίξουν οι κάλπες στις 3 Νοεμβρίου.
Δισεκατομμύρια δολάρια διοχετεύθηκαν στην προεκλογική εκστρατεία, ιδίως από ιδιώτες κροίσους, και οι ενδιάμεσες θεωρούνται οι ακριβότερες στην ιστορία των Ηνωμένων Πολιτειών.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της Ομοσπονδιακής Εκλογικής Επιτροπής που είναι διαθέσιμα έως τώρα, οι δηλωμένες δαπάνες μέχρι το τέλος Οκτωβρίου ξεπερνούσαν τα 9,5 δισ. δολάρια.
Το τελικό ποσό αναμένεται να φτάσει τα 11,9 δισ. δολάρια, κατά την εκτίμηση της μη κομματικής οργάνωσης OpenSecrets, η οποία καταγράφει και αναλύει τη χρηματοδότηση στην αμερικανική πολιτική.
Τα οριστικά επίσημα στοιχεία θα γίνουν γνωστά τις επόμενες εβδομάδες, με την κατάθεση των μετεκλογικών δηλώσεων στην Ομοσπονδιακή Εκλογική Επιτροπή.
Το μεγαλύτερο μέρος των χρημάτων φαίνεται ότι κατευθύνθηκε σε πολιτικές διαφημίσεις, κυρίως στην τηλεόραση, και οι περισσότερες ήταν αρνητικές για πολιτικούς αντιπάλους.
Η αμερικανική εταιρεία AdImpact, που αναλύει και παρακολουθεί διαφημιστικά δεδομένα, υπολογίζει τη σχετική προεκλογική δαπάνη στα 11,6 δισ. δολάρια συνολικά, πάνω και από τα 11,2 δισ. των προεδρικών εκλογών του 2024.
Οι αναμετρήσεις για τη Γερουσία απορρόφησαν το μεγαλύτερο μέρος των χρημάτων.
Πρώτη σε κόστος ήταν η μάχη στο Τέξας, ανάμεσα στον Δημοκρατικό Τζέιμς Ταλαρίκο και τον Ρεπουμπλικανό Κεν Πάξτον. Οι δαπάνες έφτασαν περίπου τα 635 εκατ. δολάρια, συμπεριλαμβανομένων των εσωκομματικών προκριματικών, και το 69% προήλθε από ομάδες εκτός του κομματικού μηχανισμού.
Ακολουθούν το Οχάιο με 488 εκατ. δολάρια, το Μίσιγκαν με 409 εκατ. και η Αϊόβα με 246 εκατ. δολάρια.
Στη Βουλή των Αντιπροσώπων, η ακριβότερη αμφίρροπη αναμέτρηση δόθηκε στη 17η περιφέρεια της Νέας Υόρκης και κόστισε 62 εκατ. δολάρια.
Την επόμενη ημέρα παραμένει το ερώτημα τι απέδωσαν όλα αυτά τα χρήματα στους μεγάλους δωρητές.
Αυτή τη φορά βρίσκονταν ανοιχτά στο πλευρό των Ρεπουμπλικανών και του προέδρου Τραμπ.
Οι μεγαλοδωρητές και ο Έλον Μασκ
Πίσω από τα τεράστια ποσά που δαπανήθηκαν στις ενδιάμεσες εκλογές κρύβεται ένας ολοένα στενότερος κύκλος μεγάλων δωρητών.
Ανάλυση του ανεξάρτητου και μη κερδοσκοπικού Κέντρου Μπρέναν για τη Δικαιοσύνη δείχνει ότι οι 40 κορυφαίοι είχαν διαθέσει 2,4 δισ. δολάρια έως τα μέσα Οκτωβρίου. Πρόκειται για ποσό οκταπλάσιο σε σχέση με το 2014, ακόμη και μετά την προσαρμογή στον πληθωρισμό.
Φέτος η στήριξή τους κατευθύνθηκε πρωτίστως στους Ρεπουμπλικανούς, με αναλογία τρία προς ένα.
Τον ρόλο του βασικού πρωταγωνιστή είχε ο Έλον Μασκ.
Υπολογίζεται ότι διέθεσε έως 483 εκατ. δολάρια, ξεπερνώντας κάθε άλλο μεμονωμένο δωρητή σε οποιονδήποτε εκλογικό κύκλο.
Το σύνολο των χρημάτων του πήγε στους Ρεπουμπλικανούς, ιδίως στο Τέξας.
Ακολουθεί το ζεύγος Ρίτσαρντ και Ελίζαμπεθ Ούιλαϊν, με δωρεές περίπου 150 εκατ. δολαρίων.
Είναι οι ιδρυτές της Uline, μίας από τις μεγαλύτερες εταιρείες διανομής υλικών συσκευασίας και βιομηχανικών εφοδίων σε ολόκληρη τη Βόρεια Αμερική. Η ατζέντα τους είναι έντονα συντηρητική, με έμφαση στη μείωση των φόρων, στην απορρύθμιση της αγοράς και σε κοινωνικά ζητήματα.
Στους βασικούς ιδιώτες δωρητές των Ρεπουμπλικανών συγκαταλέγεται και η Μίριαμ Άντελσον, με 67 εκατομμύρια δολάρια. Είναι Ισραηλινο-αμερικανή επιχειρηματίας και μία από τις πλουσιότερες γυναίκες στον κόσμο.
Στην πλευρά των Δημοκρατικών, ο μεγαλοεπενδυτής Τζορτζ Σόρος έδωσε 102 εκατ. δολάρια και ο μεγιστάνας των μέσων ενημέρωσης Μάικλ Μπλούμπεργκ άλλα 84 εκατ.
Τα συνδικάτα έμειναν εκτός λίστας, αν και κάποτε αποτελούσαν το 14% των 40 μεγαλύτερων πολιτικών δωρητών.
Το μερίδιο του παραδοσιακού χρηματοπιστωτικού τομέα μειώθηκε από σχεδόν 50% σε 15%.
Ο κλάδος των κρυπτονομισμάτων, αντίθετα, άγγιξε το 13% των δωρεών.
Δωρητές με επιχειρηματικά συμφέροντα και επενδύσεις στην τεχνητή νοημοσύνη, όπως οι Μασκ, Μπλούμπεργκ, Μαρκ Άντρισεν, Μπεν Χόροβιτς και Ριντ Χόφμαν, έδωσαν αθροιστικά πάνω από 650 εκατ. δολάρια.
Ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, άφησε προεκλογικά ανοιχτό το ενδεχόμενο προληπτικής απονομής χάριτος για στενούς συμμάχους του, όπως ο Μασκ, ενόψει πιθανών ερευνών των Δημοκρατικών στο Κογκρέσο σχετικά με κυβερνητικές συμβάσεις.
Το αδιαφανές πολιτικό χρήμα στις ΗΠΑ
Η έκρηξη της πολιτικής χρηματοδότησης κινείται συχνά σε αδιαφανή κανάλια, χωρίς όμως να γίνεται στα τυφλά.
Με την απόφαση Citizens United, το 2010, το Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ επέτρεψε σε εταιρείες και συνδικάτα να προβαίνουν σε απεριόριστες ανεξάρτητες πολιτικές δαπάνες, διατηρώντας το όριο των 3.500 δολαρίων ανά εκλογή για τις άμεσες δωρεές προς υποψηφίους.
Οι Δημοκρατικοί βασίστηκαν κατά κύριο λόγο στις μικρές αυτές δωρεές. Οι Ρεπουμπλικανοί αξιοποίησαν τα Super PACs, τις υπερ-επιτροπές πολιτικής δράσης, που έχουν τη δυνατότητα να συγκεντρώνουν απεριόριστα ποσά και να προχωρούν σε ανεξάρτητες δαπάνες.
Λίγους μήνες πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές, στα τέλη του περασμένου Ιουνίου, η συντηρητική πλειοψηφία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, με αναλογία 6-3, έκρινε αντισυνταγματικά τα όρια που ίσχυαν στις συντονισμένες εκλογικές δαπάνες των κομματικών επιτροπών υπέρ των υποψηφίων τους.
Την προσφυγή είχαν υποβάλει το 2022 οι ρεπουμπλικανικές επιτροπές για τη Γερουσία και τη Βουλή, καθώς και ο τότε υποψήφιος γερουσιαστής του Οχάιο, ο σημερινός αντιπρόεδρος των ΗΠΑ Τζέι Ντι Βανς.
Με τη νέα απόφαση, οι Ρεπουμπλικανοί μπόρεσαν να διοχετεύσουν χρήματα των μεγάλων δωρητών σε κρίσιμες αναμετρήσεις.
Η ταυτότητα των χρηματοδοτών δεν είναι πάντα γνωστή.
Ορισμένες μη κερδοσκοπικές οργανώσεις, για παράδειγμα, δεν υποχρεούνται να δημοσιοποιούν τους δωρητές τους, έχουν όμως τη δυνατότητα να χρηματοδοτούν Super PACs.
Κατά το Κέντρο Μπρέναν για τη Δικαιοσύνη, οι ομάδες αδιαφανούς χρήματος αντιστοιχούν πλέον στο 29% των δωρεών των 40 μεγαλοδωρητών.
Μόνο την τελευταία εβδομάδα, εξάλλου, η MAGA Inc., η Super PAC που συνδέεται με τον Τραμπ, δαπάνησε 10,1 εκατ. δολάρια στη Google και 6 εκατ. στο Facebook, περισσότερα από κάθε άλλη αντίστοιχη, σύμφωνα με το Politico.
Η ψηφιακή εκστρατεία στόχευε στην κινητοποίηση ψηφοφόρων χαμηλής συμμετοχής, που είχαν συμβάλει στην εκλογική νίκη του Τραμπ πριν από δύο χρόνια.
Καθώς το βλέμμα στρέφεται πλέον στις προεδρικές εκλογές του 2028 στις ΗΠΑ και η πολιτική χρηματοδότηση συγκεντρώνεται σε ολοένα λιγότερα χέρια, το ερώτημα γύρω από την πολιτική επιρροή τίθεται με ολοένα μεγαλύτερη ένταση.

































